ἄρρην

ἄρρην
ἄρρην, εν / ἄρσην, εν, gen. ενος мужской, мужеский

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ἄρρην" в других словарях:

  • άρρην — εν (AM ἄρρην και ἄρσην εν) 1. ο αρσενικός 2. ο ανδρικός, ο γενναίος 3. ο ισχυρός 4. ως ουσ. αυτός που ανήκει στο αρσενικό γένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αττ. τ. του άρσην*, με αφομοίωση. ΠΑΡ. αρχ. αρρενικός, αρρενώ, αρρενώδης (αρχ. μσν.) αρρενότης. ΣΥΝΘ.… …   Dictionary of Greek

  • ἄρρην — ἄρσην NT masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Homosexualidad en la Biblia — Las menciones de la homosexualidad en la Biblia han influido en la consideración que se ha tenido acerca de la homosexualidad y los homosexuales en todas las sociedades donde la tradición judeo cristina ha arraigado. Las referencias directas a… …   Wikipedia Español

  • άρσην — βλ. άρρην. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος όρος, που χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση του αρσενικού γένους. Ο τ. απαντά ήδη από την αρχαία εποχή και στην επιστημονική ορολογία (γραμματική, βοτανική) για να δηλώσει αντιστοίχως το αρσ. γένος των ονομάτων και των… …   Dictionary of Greek

  • έρσην — ἔρσην, ενος, ο ιων. τ. αντί ἄρσην, ἄρρην (Α) βλ. άρρην. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. άρσην] …   Dictionary of Greek

  • The Bible and homosexuality — is a contentious subject that influences how homosexuality and homosexual sex are regarded in societies where Christianity has made a strong impact. The Bible is generally considered by believers to be inspired by God or to record God s… …   Wikipedia

  • Homosexualité dans les sources chrétiennes latines — Sodoma (Giovanni Antonio Bazzi), Saint Sébastien, 1525, Florence, palazzo Pitti[1]. Les multiples positions des Églises chrétiennes actuelles sur la question homosexuelle[2] …   Wikipédia en Français

  • ATOMUS — apud Plin. l. 12. c. 14. thuris genus est, quod et stagonia, Graeci stagoniam et atomum tali modo appellant, minorem autem orobiam. Nempe Indici thuris, de quo ibi loquitur, grana, quod magna essent, nec rotunda, ea in cubos ac tesser as divisa… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CEPHEUS — I. CEPHEUS Aethiopum Rex, Andromedae pater, quam Perseus periculô liberatam, uxorem duxit. Ovid. Met. l. 4. v. 736. Auxiliumque domus Servatoremque fatentur Cassiope, Cepheusque pater. Hic postea generi meritis cum uxore et filia in caelum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TESTUDO — I. TESTUDO Hebr. gal, a testae forma, quae fere est orbicularis, Graece χελώνη. Arab. sulachaphia, quasi cortice vel putamine latens; et in specie mas, gailam, a libidine. Terrestris enim testudo, ζῶον λαγνίςατον ἀλλ᾿ ὅγε ἀῤῥην ὁμιλεῖ δὲ ἡθήλεια… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ρ, ρ — (αρχαία ελληνικά ρω). Το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου. Προέρχεται από το σημιτικό resh (= κεφάλι ανθρώπου) που γραφόταν  ή  . Με το ίδιο περίπου σχήμα (, ), παριστάνεται το ρο στις αρχαιότερες επιγραφές της Θήρας, της Κρήτης,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»